{mosimage}Το New Directors/ New Films στη Νέα Υόρκη, είναι ο επόμενος σταθμός για το Attenberg της Αθηνάς Τσαγγάρη, που από τον περασμένο Φεστιβάλ Βενετίας έχει διαγράψει μια σημαντική πορεία σε φεστιβάλ του κόσμου, μεταξύ των οποίων και το Sundance, το οποίο για πρώτη φορά φέτος φιλοξένησε ελληνική ταινία στο πρόγραμμά του, και πιο πρόσφατο το Φεστιβάλ Ficuman στο Μεξικό, όπου η ταινία απέσπασε το Βραβείο Καλύτερης Σκηνοθεσίας (Αργυρό Puma) και το Βραβείο Κοινού. Επίσης, τη διανομή της ταινίας στο Μεξικό ανέλαβε η Mantarraya Films, εταίρια παραγωγής και διανομής του Κάρλος Ρεϊγάδας.

Το New Directors/New Films, συστήνει στο κοινό της Νέας Υόρκης το έργο ανερχόμενων κινηματογραφιστών από ολόκληρο τον κόσμο. Το Φεστιβάλ, το οποίο διοργανώνεται σε συνεργασία του Μουσείου Μοντέρνας Τέχνης και την Εταιρεία Κινηματογράφου του Κέντρου Λίνκολν, έχει ανακαλύψει ταλέντα όπως ο Πέδρο Αλμοδόβαρ, ο Ντάρεν Αρονόφσκι, η Σπάικ Λι, Κέλι Ράινχαρντ κ.α. Το Attenberg θα προβληθεί την Πέμπτη, 31 Μαρτίου και το Σάββατο, 2 Απριλίου. Με την ευκαιρία του Φεστιβάλ, η Manohla Dargis, από τις πιο μεγάλες μορφές της παγκόσμιας κριτικής κινηματογράφου, σε πρόσφατο άρθρο της στους New York Times, προτείνει ανεπιφύλακτα το Attenberg ως ένα απο τα high lights του Φεστιβάλ και του αφιερώνει το μεγαλύτερο μέρος της παρουσίασής της για τις ταινίες του Φεστιβάλ. 

«Μολονότι η Αθηνά Τσαγγάρη έχει δανειστεί τη «βρετανική φλεγματική τρυφερότητα» του Attenborough, όπως η ίδια την ονομάζει, το Attenberg απέχει πολύ από ένα ντοκιμαντέρ γύρω από τη φύση. Με το μοντέρνο, βιομηχανικό σκηνικό του, τα παράλογα λογοπαίγνια και τον χορό-σαν ιντερλούδια-η ταινία πλησιάζει τις προσεγγίσεις του Γκοντάρ ή του Μπρεσσόν (από τους οποίους αναφέρει ότι έχει επηρεαστεί). Παρόλα αυτά, η ταινία αποτελεί προσωπική κατάθεση της Τσαγγάρη, η οποία εναλλάσσεται ανάμεσα σε κοινωνικά κωδικοποιημένους τρόπους (συμπεριφοράς) και σε απελευθερωτικούς τρόπους σκέψης.

Επίσης, η κεντρική σχέση του Attenberg ξεπερνάει το ενδιαφέρον της σκηνοθέτιδας για την ανθρώπινη συμπεριφορά και απευθύνει ευρύτερα ερωτήματα εθνικής ταυτότητας. «Κατά κάποιο τρόπο, η σχέση (της κόρης) με τον μπαμπά της αναπαριστά τη σχέση μου με αυτό που αντιλαμβάνομαι ως Ελλάδα» παραδέχεται η Τσαγγάρη, η οποία το έσκασε από τη χώρα όταν ήταν 19 και δεν επέστρεψε παρά 12 χρόνια αργότερα. «Πάντα είχα την αίσθηση του μη ανήκειν.», και ενώ επεξεργάζεται την περίπλοκο δεσμό της με την πατρίδα της, από την άλλη περιγράφει επιδέξια την ταινία της: «Είναι αυτή η αίσθηση του ότι αγαπάς αλλά χωρίς να είσαι σίγουρος πώς να κάνεις κάτι καλό με αυτό-όπως το αυτοκαταστροφικό πάθος».  
 
Μετά το New Directors/ New Films το Attenberg συνεχίζει στο στο Φεστιβάλ BAFICI στην Αργεντινή.

e-max.it: your social media marketing partner