{mosimage}Θέμις, το ντοκιμαντέρ για την ελληνική δικαιοσύνη του Μάρκου Γκαστίν (Μασσαλία, μακρινή κόρη) θα προβληθεί στο Φεστιβάλ  Καννών στο τμήμα ACID. Το ACID (προώθηση του ανεξάρτητου κινηματογράφου), παράλληλο τμήμα του Φεστιβάλ Καννών πραγματοποιείται από τις 14 έως τις 22 Μαΐου.

Το Θέμις, ξεκινά από τη διαπίστωση ότι ένας στους δέκα Έλληνες πηγαίνει, τουλάχιστον μια φορά το χρόνο, στα δικαστήρια. Το ακροατήριο τους είναι μια μικρογραφία της κοινωνίας, ένα μικρό θέατρο στο οποίο παίζονται και λύνονται οι καθημερινές διαφορές. Για πρώτη φορά μια κάμερα μπαίνει στα ακροατήρια του Πρωτοδικείου Αθηνών και καταγράφει «κοινές» δίκες, αυτά τα συναρπαστικά μικρά δράματα της καθημερινότητας.
 
Σημείωμα σκηνοθέτη
Κάθε μέρα η Δικαιοσύνη απονέμεται, μακριά από τα βλέμματα, μακριά από τις κάμερες. Μία καθημερινή Δικαιοσύνη, μία δικαιοσύνη χωρίς ξεχωριστή λάμψη. Όλοι είχαμε ή μια μέρα θα έχουμε την εμπειρία να κληθούμε στο δικαστήριο. Δι’ ελάχιστον αφορμήν, για μία διένεξη με το γείτονα, μία διαφορά με έναν συνεταίρο ή μία διαφωνία με ένα σύντροφο, θα βρεθούμε μπροστά στο Δικαστή. Διαφορές του τίποτα, που τις περισσότερες φορές θα μπορούσαν να λυθούν φιλικά παίρνουν το δρόμο της Δικαιοσύνης. Εκεί, πέρα από τα εγκλήματα και τα πταίσματα, καταλήγουν και οι ελάχιστες διαφορές μας. Έτσι εξηγείται και η υπερφόρτωση και η περίφημη καθυστέρηση της Δικαιοσύνης στη χώρα μας. Μήπως η διχόνοια είναι πιο εξαπλωμένη απ’ ό,τι σε άλλα μήκη και πλάτη της γης, οι εναλλακτικές ειρηνευτικές μέθοδοι λιγότερο αναπτυγμένες, ο Νόμος λιγότερο σεβαστός ή η πρόσβαση στη Δικαιοσύνη πιο απρόσκοπτη; Όπως και να ‘ναι, η τοπική κοινωνία αφήνει στα δικαστήριά της τη φροντίδα να ρυθμίσει σχεδόν όλες τις διαφωνίες της, ακόμα και τις πλέον ακίνδυνες. Έτσι, η Δικαιοσύνη αποτελεί μέρος της καθημερινής μας ζωής. Έτσι, το δικαστήριο γίνεται καθρέφτης του εαυτού μας. Καθρέφτης σίγουρα παραμορφωτικός αλλά πόσο εύγλωττος...
Όταν γυρίζαμε την ταινία, όσοι έμπαιναν νωρίς στην αίθουσα και μας έβλεπαν να στήνουμε τρεις κάμερες και μια ντουζίνα μικρόφωνα, μετατρέποντας κυριολεκτικά το δικαστήριο σε κινηματογραφικό στούντιο, μας ρωτούσαν αναπόφευκτα: «Για ποιόν όλ’ αυτά;» Τους εξηγούσαμε ότι δεν ξέραμε, καθώς δεν γνωρίζαμε εκ των προτέρων ποιοι θα δέχονταν την κινηματογράφηση της δίκης τους και ποιοι όχι. Δυσκολεύονταν να κατανοήσουν ότι κάναμε τόσο κόπο, όχι για κάποιο διάσημο εγκληματία, όχι για κανένα περίφημο απατεώνα, αλλά μια πληθώρα τυχαίων άγνωστων με «συνηθισμένες» υποθέσεις. Η ταινία φιλοδοξεί να απαντήσει στην απορία τους: έχουμε πολλά να μάθουμε από την καθημερινή απόδοση της Δικαιοσύνης, όχι μόνο για την ίδια ή για την κοινωνία που καθρεπτίζει, αλλά και για την ανθρώπινη φύση που απογυμνώνει.
 

Συνέντευξη Μάρκου Γκαστίν που δημοσιεύθηκε στο “Πρώτο πλάνο”

Ποια ήταν η αφορμή για τη δημιουργία της ταινίας με αυτό το θέμα;

Πριν εγκατασταθώ στην Ελλάδα (πέρασαν ήδη 30 χρόνια!) δεν είχα δει ποτέ αίθουσα δικαστηρίου από κοντά, παρά στην κινηματογραφική οθόνη. Μια μέρα όμως, τα πρώτα χρόνια που ζούσα στην Αθήνα, μη βρίσκοντας το δίκιο μου για μια ασήμαντη διαφορά με έναν γείτονα, έκανα αυτό που θα έκανε κάθε Έλληνας: τον πήγα στα δικαστήρια. Έγινα γρήγορα ντόπιος φαίνεται! Αυτό που δεν ήξερα όμως, είναι ότι τα δικαστήρια είναι σαν τα γυρίσματα μιας ταινίας: περιμένεις, περιμένεις... Και, στο τέλος, σου λένε ότι η υπόθεση σου αναβάλετε λόγω ωραρίου. Συνήθως την πρώτη φορά σου δίνουν μεγάλο αριθμό. Δεν βαριέσαι, ξαναπάς και δεύτερη φορά: περιμένεις, περιμένεις... Αν και σου έχουν δώσει μικρότερο αριθμό αυτή τη φορά, μπορεί να μην προλάβουν την υπόθεσή σου πάλι. Τότε θα πας και τρίτη φορά...  Αν μου το λέγανε πριν, σίγουρα θα περίμενα ότι θα είναι πολύ βαρετές αυτές οι ολοήμερες αναμονές σε αίθουσες δικαστηρίου όπου δικάζονταν «ασήμαντες» δίκες. Κάθε άλλο! Αυθαίρετα, διαζύγια, τροχαία, εξυβρίσεις, δυσφημίσεις, μικρές διαφορές μεταξύ γειτόνων, μικροκλοπές και μικροαπατεωνιές... κάθε δίκη ήταν μια μικρή καθημερινή ιστορία πότε κωμική, πότε τραγική, που φώτιζε κάποια πλευρά του ανθρώπινου χαρακτήρα, κάποια πτυχή της κοινωνικής συνύπαρξης. Παρακολουθούσα τις δίκες καθηλωμένος στην καρέκλα μου, το ίδιο και το κοινό της αίθουσας (συνήθως διάδικοι ή μάρτυρες των επόμενων δικών). Τότε αναρωτήθηκα πως και δεν είχε ποτέ κανείς την ιδέα να γυρίσει ένα ντοκιμαντέρ στις αίθουσες των ελληνικών δικαστηρίων. Εύκολο ήταν τότε, ο νόμος δεν απαγόρευε στις κάμερες να μπουν στα δικαστήρια. Μέρα παρά μέρα βλέπαμε στην τηλεόραση αποσπάσματα από «μεγάλες» δίκες, γνωστών εγκληματιών ή απατεώνων. Ποτέ όμως εικόνες από πιο «ταπεινές» υποθέσεις. Δεν είχε παρά να μπεις σε μια αίθουσα και να πατήσεις το κουμπί, σκεφτόμουνα τότε, για να κάνεις μια απίθανη συλλογή ανθρώπινων ιστοριών, ένα ποικίλο ηθογράφημα, μια ζωντανή τοιχογραφία της κοινωνίας. Είχα αυτή την ιδέα πριν 25 χρόνια. Τώρα μου δόθηκε η ευκαιρία να την πραγματοποιήσω. Δεν ήταν όμως τόσο εύκολο όπως το νόμιζα τότε. Ο νόμος είχε αλλάξει, απαγορευόταν πια η κινηματογράφιση στις αίθουσες δικαστηρίων. Άφηνε όμως κάποια παραθυράκια... Ευτυχώς ζούμε στην Ελλάδα, η χώρα όπου όλα είναι δύσκολα και τίποτα αδύνατο!

Υπάρχουν στοιχεία μυθοπλασίας στο ντοκιμαντέρ σας;

Καθόλου. Όλες οι σκηνές της ταινίας είναι πραγματικές, όλα τα πρόσωπα αληθινά. Δεν «στήσαμε» τίποτα, δεν «γράψαμε» καμιά ατάκα, δεν αλλάξαμε τίποτα στη διαδικασία των δικών. Αυτό το ντοκιμαντέρ μοιάζει με ταινία φιξιόν, ίσως επειδή υπάρχει μια δραματουργία, ή γιατί οι χαρακτήρες «παίζουν» το ρόλο τους πολύ καλά, συχνά καλύτερα από ηθοποιούς. Η αίθουσα δικαστηρίου είναι κατ’ εξοχήν ένα μικρό θέατρο, το θέατρο της πραγματικότητας, όπου ο καθένας παίζει ένα ρόλο όπως σε ένα θεατρικό έργο. Παίζει το δικό του ρόλο (θα έπρεπε να το δείξω στις δραματικές σχολές, είναι μάθημα υποκριτικής). Τέλος, η χρήση πολλαπλών μηχανών λήψεις, τριών για την ακρίβεια, δίνει την δυνατότητα να έχουμε contre-champ και να βάλουμε έτσι τον θεατή «μέσα στην ταινία». Όπως σ΄ ένα φιλμ, όπου η οπτική γωνία του θεατή μπορεί να ταυτιστεί με αυτή των ηρώων του έργου. Ενώ συνήθως στο ντοκιμαντέρ, ο θεατής «μένει απ’ έξω». Ταυτίζεται αναγκαστικά με την -εξωτερική προς το αντικείμενο- μονόφθαλμη οπτική γωνία της κάμερας. Εν τέλει θα έλεγα ότι η ΘΕΜΙΣ είναι καθαρό ντοκιμαντέρ, το πιο καθαρό ντοκιμαντέρ που έκανα πότε, και γι αυτό μοιάζει τόσο πολύ με φιξιόν!


Κατά πόσο πιστεύετε ότι αποτελεί τελικά μικρογραφία της κοινωνίας η αίθουσα του δικαστηρίου;

Δεν ξέρω εάν τελικά η ΘΕΜΙΣ κατάφερε να δώσει μια μικρογραφία της κοινωνίας, αλλά σίγουρα είναι ένας –παραμορφωτικός- καθρέφτης της. Δεν μπορεί ένα ντοκιμαντέρ να καλύπτει όλες τις πτυχές μιας κοινωνίας, έστω και σε μικρογραφία, μπορεί όμως να αποδώσει κάποιες υποδειγματικές πλευρές της. Βέβαια, καμιά φορά ήμουν περιορισμένος από την υποχρεωτική συγκατάθεση των «πρωταγωνιστών» (διάδικοι και δικαστές). Έτσι δεν μου επιτράπηκε να τραβήξω κάποιες δίκες που ήθελα οπωσδήποτε, όπως κακουργήματα ή μικρές διαφορές της πολυκατοικίας. Παρ΄ όλα αυτά πιστεύω -θέλω να πιστεύω- ότι η ταινία αποτελεί ένα πορτραίτο, έστω και περιορισμένο, της κοινωνίας μας. Όπως και να είναι, προσφέρει σίγουρα μια πολύ πλούσια ανθρωπινή συλλογή ιστοριών και χαρακτήρων, μια σύγχρονη ηθογραφία των Ελλήνων.

Πως δουλέψατε για το συγκεκριμένο φιλμ; Υπήρχε ένα σενάριο- οδηγός ή η ταινία ουσιαστικά χτίστηκε στο μοντάζ με βάση το υλικό σας;

Είναι η πρώτη φορά που δουλεύω χωρίς σενάριο, «χωρίς δίχτυ» όπως λένε οι ακροβάτες. Είχα γράψει βέβαια μια πρόταση για να πείσω τους χρηματοδότες της ταινίας (το Ελληνικό Κέντρο Κινηματογράφο και την ΕΡΤ) αλλά το σενάριο που περιείχε ήταν εικονικό, δεν τους το έκρυβα άλλωστε. Πώς να προβλέψεις ποιες δίκες θα κινηματογραφήσεις; Δεν το ξέραμε ούτε το πρωί που πηγαίναμε για γύρισμα. Ήταν πιο πολύ ένα «σχέδιο δράσης», όπως λένε οι στρατιώτες, περιέγραφε την «ανάπτυξη των δυνάμεων μας» για να πετύχουμε το στόχο. Τι είδους υποθέσεις θέλουμε, σε ποια δικαστήρια θα πάμε, πως θα αποσπάσουμε την άδεια από τους δικαστές,  από τους διαδίκους, που θα βάλουμε τις 3 κάμερες μας, τα 15 μικρόφωνα (είχαμε μετατρέψει την αίθουσα σε μικρό κινηματογραφικό στούντιο) χωρίς να διαταράξουμε καθόλου την ακροαματική διαδικασία, κλπ. Ήμασταν σαν τους ψαράδες που ξέρουν ποια δίχτυα θα χρησιμοποιήσουν και που θα τα ρίξουν, άλλα δεν ξέρουν τι θα περιέχει η ψαρόσουπα. Όπως αυτοί, κάποια μέρα πιάναμε πολλά μικρά ψαράκια, κάποια άλλη λίγα μεγάλα και πολλές φορές τίποτα! Δεν μπορούσες να το προβλέψεις. Ο νόμος του τζόγου. Βέβαια, κοιτάζαμε πιο πριν το πινάκιο, προσπαθούσαμε να μάθουμε λίγο πολύ για τις δικογραφίες, πριν διαλέξουμε κάποια δικάσιμη, αλλά ήταν εξαιρετικά δύσκολο και σχεδόν ανώφελο. Σπάνια μπορούσαμε να κινηματογραφήσουμε τις υποθέσεις που είχαμε βάλει από πριν στο μάτι. Είτε αναβαλλόταν, είτε δεν ήθελε κάποιος διάδικος (έπρεπε να έχουμε την άδεια όλων), είτε δεν μας επέτρεπαν καν την είσοδο (έπρεπε να συμφωνήσουν όλοι οι δικαστές και ο εισαγγελέας κάθε σύνθεσης). Πως να ακολουθήσεις ένα σενάριο με τέτοιες συνθήκες; Ναι, το σενάριο γράφτηκε μετά, στο μοντάζ. Με βάση όμως μια γενική δομή που προϋπήρχε και ένα υλικό που καθορίζεται από το τρόπο κινηματογράφησης του (πολλαπλές κάμερες, τοποθέτησης τους, μέγεθος πλάνου κλπ.). Παραδόξως αν και μπορεί να πει κανείς ότι γύρισα αυτή την ταινία «στα τυφλά», χωρίς σενάριο, η τελική ταινία δεν διαφέρει πολύ από αυτή που είχα φανταστεί. Μυστήριο πράγμα! Όπως η ψαρόσουπα, δεν ξέρεις πριν ψαρέψεις τι θα βάλεις μέσα, αλλά ξέρεις περίπου τι γεύση θα έχει.

e-max.it: your social media marketing partner